Δημοσιεύθηκε: · Ενημερώθηκε:

Ο Τραμπ ανέστειλε την εφαρμογή του «νόμου Γκρέιαμ» για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο ανέστειλε την εφαρμογή των κυρώσεων, των περιορισμών και των δασμών που προέβλεπε ο «νόμος Γκρέιαμ» κατά της Ρωσίας, επικαλούμενος τη ρήτρα εξαίρεσης του ίδιου νόμου. Η απόφαση ήρθε δύο ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας εφαρμογής του νόμου (18 Οκτωβρίου 2026) και προκάλεσε διακομματικές αντιδράσεις στο Κογκρέσο.

Βασικά σημεία

  • Ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα στις 16 Οκτωβρίου 2026 που αναστέλλει την εφαρμογή των κυρώσεων και δασμών του «νόμου Γκρέιαμ» κατά της Ρωσίας.
  • Ο νόμος (H.R. 5334) ψηφίστηκε από το Κογκρέσο στις 17 Σεπτεμβρίου 2026 και υπογράφηκε από τον Τραμπ στις 19 Σεπτεμβρίου 2026.
  • Η νομοθεσία προέβλεπε 100% δασμούς σε αγαθά από τους πέντε μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου ή φυσικού αερίου και 500% δασμούς στις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων στις ΗΠΑ.
  • Η 30ήμερη προθεσμία εφαρμογής έληγε στις 18 Οκτωβρίου 2026.
  • Το διάταγμα επικαλείται το Άρθρο 115 του νόμου και συνοδεύτηκε από γραπτή βεβαίωση προς το Κογκρέσο ότι η εξαίρεση εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
  • Οι αναστολές παραμένουν σε ισχύ έως ότου ο Τραμπ ή ο Υπουργός Εξωτερικών αποφασίσουν διαφορετικά.
  • Διακομματική ομάδα 12 γερουσιαστών και 22 βουλευτών ζήτησαν την πλήρη εφαρμογή του νόμου και την ανάκληση της άδειας OFAC για το ρωσικό ντίζελ.

Γιατί έχει σημασία

Η αναστολή αφαιρεί, λίγο πριν την ενεργοποίησή τους, ένα ευρύ πακέτο κυρώσεων και δασμών που είχε σχεδιαστεί για να πιέσει τόσο τη Ρωσία όσο και τους μεγαλύτερους αγοραστές των ενεργειακών της προϊόντων. Ο νόμος παραμένει κωδικοποιημένος, αλλά οι δασμοί τίθενται σε αδράνεια, αφήνοντας στον Τραμπ τη δυνατότητα να τους ενεργοποιήσει αργότερα κατά την κρίση του. Η απόφαση πάρθηκε εν μέσω αρνητικών δημοσκοπήσεων για τους Ρεπουμπλικάνους, υψηλών τιμών ντίζελ στις ΗΠΑ και επικείμενων ενδιάμεσων εκλογών, ενώ παράλληλα η Ουάσινγκτον ασκούσε πιέσεις στο Κίεβο να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Η κίνηση αυτή πυροδότησε διακομματικές αντιδράσεις στο Κογκρέσο, με γερουσιαστές και βουλευτές να καταγγέλλουν «προδοσία» του ουκρανικού λαού.

Τι συνέβη

Στις 16 Οκτωβρίου 2026, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο ανέστειλε την εφαρμογή των κυρώσεων, των περιορισμών και των δασμών που προέβλεπε ο «νόμος Γκρέιαμ» (Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026, H.R. 5334) κατά της Ρωσίας. Το διάταγμα δημοσιεύτηκε την ίδια ημέρα στον ιστότοπο του Λευκού Οίκου. Ο Τραμπ επικαλέστηκε το Άρθρο 115 του νόμου, το οποίο επιτρέπει στον πρόεδρο να αίρει την εφαρμογή των μέτρων υποβάλλοντας γραπτή βεβαίωση στο Κογκρέσο ότι η εξαίρεση εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ.

Ο «νόμος Γκρέιαμ», που εισήγαγαν οι γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιαμ (Ρεπουμπλικάνος, απεβίωσε στις 11 Ιουλίου 2026) και Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ (Δημοκρατικός) ως απάντηση στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ψηφίστηκε οριστικά από το Κογκρέσο στις 17 Σεπτεμβρίου 2026 και υπογράφηκε από τον Τραμπ στις 19 Σεπτεμβρίου 2026. Προέβλεπε 100% δασμούς στα αγαθά από τις πέντε χώρες που αγοράζουν τις μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου ή φυσικού αερίου, 500% δασμούς σε όλες τις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων στις ΗΠΑ, καθώς και διευρυμένες κυρώσεις σε ρωσικές οντότητες, ολιγάρχες, τράπεζες και σκάφη του «σκιώδους στόλου». Η 30ήμερη προθεσμία εφαρμογής των δασμολογικών διατάξεων έληγε στις 18 Οκτωβρίου 2026.

Το διάταγμα κωδικοποιεί τυπικά τους δασμούς αλλά τους θέτει αμέσως σε αναστολή, πράγμα που σημαίνει ότι ο Τραμπ μπορεί να τους ενεργοποιήσει αργότερα εφόσον το επιθυμήσει. Η αναστολή δεν ακυρώνει κυρώσεις που έχουν επιβληθεί κατά της Ρωσίας μέσω άλλων εκτελεστικών διαταγμάτων.

Σύμφωνα με το Bloomberg, ο Τραμπ προχώρησε στην αναστολή επειδή τα μέτρα δυσχέραιναν τις προσπάθειές του να μειώσει τις τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κίνηση αποφεύγει επίσης πιθανή σύγκρουση με τους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων — Κίνα, Ινδία και Τουρκία — οι οποίοι είχαν διαμαρτυρηθεί για την εξωεδαφική ισχύ του νόμου.

Η απόφαση εντάσσεται σε ευρύτερο πλαίσιο: στις 9 Οκτωβρίου 2026, το OFAC του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ εξέδωσε τη Γενική Άδεια αρ. 135 που επέτρεπε συναλλαγές με ρωσικό ντίζελ, ενώ ο Τραμπ είχε ανακοινώσει συμφωνία με τη Μόσχα για τη διοχέτευση χιλιάδων τόνων ρωσικού ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές. Στις 14 Οκτωβρίου, διακομματική ομάδα 12 γερουσιαστών χαρακτήρισε τη ρύθμιση αυτή «προδοσία του ουκρανικού λαού» και ζήτησε την πλήρη εφαρμογή του νόμου. Στις 22 Οκτωβρίου, 22 βουλευτές και από τα δύο κόμματα προσέφυγαν επίσης στον Τραμπ με το ίδιο αίτημα. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος πίεζε την Ουκρανία να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις· το Κίεβο συμφώνησε πρόσκαιρα αλλά στη συνέχεια επανέλαβε τις επιθέσεις, ενώ η Ρωσία συνέχισε να πλήττει ουκρανικές ενεργειακές υποδομές.

Πώς το περιγράφουν οι ουκρανικές πηγές

Και τα οκτώ δημοσιεύματα που αναλύθηκαν προέρχονται από ουκρανικά μέσα ενημέρωσης και πρακτορεία. Παρουσιάζουν το διάταγμα ως σημαντική πολιτική υποχώρηση λίγες μόνο εβδομάδες μετά την υπογραφή του ίδιου του νόμου από τον Τραμπ. Η κάλυψη εστιάζει στο ότι η αναστολή ήρθε μόλις δύο ημέρες πριν από τη νομική προθεσμία εφαρμογής και ότι ο Τραμπ χρησιμοποίησε τη ρήτρα εξαίρεσης του ίδιου νόμου για να αναστείλει τα μέτρα που αυτός είχε μόλις θεσπίσει. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διακομματική αντίδραση του Κογκρέσου, στην επιστολή των 12 γερουσιαστών που χαρακτήρισαν τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ «προδοσία του ουκρανικού λαού», καθώς και στην έκκληση 22 βουλευτών από αμφότερα τα κόμματα. Τα ουκρανικά μέσα τοποθετούν την απόφαση στο πλαίσιο της επιδείνωσης των σχέσεων Τραμπ–Ζελένσκι και των αμερικανικών πιέσεων προς το Κίεβο για παύση των πληγμάτων σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, ερμηνεύοντάς την ως μέρος μιας ευρύτερης στροφής αποστασιοποίησης από την Ουκρανία.

Πού διαφέρουν οι αναφορές

Οι πηγές διαφωνούν ως προς το ακριβές πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης: οι περισσότερες την περιγράφουν ως αναστολή όλων των κυρώσεων, περιορισμών και δασμών του «νόμου Γκρέιαμ», ενώ ορισμένοι τίτλοι εστιάζουν αποκλειστικά στην ακύρωση των δασμών (συγκεκριμένα των Άρθρων 112 και 113) και άλλοι την παρουσιάζουν ως αναστολή μέτρων που στοχεύουν κυρίως τους αγοραστές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων, παρά τη Ρωσία αυτή καθαυτή. Υπάρχει επίσης σύγχυση σχετικά με τον αριθμό των χωρών που θα υπόκειντο σε δασμό 100%: ορισμένες πηγές αναφέρουν μόνο τους πέντε μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου, ενώ άλλες συμπεριλαμβάνουν και πέντε χώρες που συνειδητά διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων. Τέλος, δύο αναφορές δίνουν αντικρουόμενες ημερομηνίες για τη Γενική Άδεια αρ. 135 του OFAC — μία την τοποθετεί στις 9 Οκτωβρίου 2026 και μία στις 9 Οκτωβρίου 2025.

Ιστορικό

Ο «νόμος Γκρέιαμ» (H.R. 5334, Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026) κατατέθηκε αρχικά στη Γερουσία των ΗΠΑ τον Απρίλιο του 2025 με συνεργάτες τους γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιαμ (Ρεπουμπλικάνος) και Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ (Δημοκρατικός). Ο Γκρέιαμ απεβίωσε ξαφνικά στις 11 Ιουλίου 2026, λίγες ημέρες αφότου είχε ανακοινώσει σε συνέντευξη Τύπου στο Κίεβο ότι είχε επιτευχθεί συμφωνία με τον Λευκό Οίκο για ανανεωμένη εκδοχή του νομοσχεδίου. Στις 14 Ιουλίου 2026 παρουσιάστηκε ήπια αναθεωρημένο κείμενο, με τον Τραμπ να ζητεί την προσθήκη διατάξεων για το Ιράν. Ο νόμος ψηφίστηκε οριστικά από το Κογκρέσο στις 17 Σεπτεμβρίου 2026 και υπογράφηκε από τον Τραμπ στις 19 Σεπτεμβρίου 2026.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, το OFAC του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών εξέδωσε τη Γενική Άδεια αρ. 135, που επέτρεπε συναλλαγές με ρωσικό ντίζελ, ενώ ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε συμφωνήσει με τη Μόσχα τη διάθεση χιλιάδων τόνων ρωσικού ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές. Η ρύθμιση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις: στις 14 Οκτωβρίου, διακομματική ομάδα 12 γερουσιαστών έστειλε επιστολή στον Τραμπ χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία «προδοσία του ουκρανικού λαού», ενώ 22 βουλευτές από αμφότερα τα κόμματα ζήτησαν την πλήρη εφαρμογή του νόμου. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος πίεζε την Ουκρανία να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις — σύμφωνα με τους Financial Times, απειλώντας ακόμη και με διακοπή αγορών όπλων και ανταλλαγής πληροφοριών. Η Ουκρανία συμφώνησε πρόσκαιρα αλλά στη συνέχεια επανέλαβε τις επιθέσεις, ενώ η Ρωσία συνέχισε να πλήττει ουκρανικές ενεργειακές υποδομές.