Οι ουκρανικές πλήγματα μειώνουν δραστικά τη ρωσική παραγωγή ντίζελ — ο Τραμπ ζητεί από τον Ζελένσκι να σταματήσει τις επιθέσεις
Τρία από τα έξι μεγαλύτερα ρωσικά διυλιστήρια ντίζελ αναγκάστηκαν τον Σεπτέμβριο να μειώσουν δραστικά ή να σταματήσουν εντελώς την παραγωγή τους μετά από ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, προκαλώντας πιέσεις στις παγκόσμιες τιμές καυσίμων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε στις 13 Σεπτεμβρίου τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι να σταματήσει τα πλήγματα στη ρωσική υποδομή ντίζελ, και η Ουκρανία δήλωσε έτοιμη για κατάπαυση του πυρός υπό τον όρο ότι η Ρωσία θα σταματήσει αντιστοίχως τα πλήγματα κατά της ουκρανικής ενεργειακής υποδομής.
Βασικά σημεία
- Τρία από τα έξι μεγαλύτερα ρωσικά διυλιστήρια ντίζελ — Kirishi (Kinef), Volgograd και NORSI — μείωσαν δραστικά ή σταμάτησαν εντελώς την παραγωγή τον Σεπτέμβριο μετά από ουκρανικά πλήγματα.
- Αυτά τα έξι διυλιστήρια (Omsk, Kirishi, Volgograd, Perm, NORSI, Taneko) αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ της ρωσικής παραγωγής ντίζελ.
- Το διυλιστήριο Kirishi (Kinef) σταμάτησε πλήρως· τα Volgograd και NORSI λειτουργούν σε περίπου το ένα τέταρτο της κανονικής τους δυναμικότητας.
- Στις 13 Σεπτεμβρίου ο Τραμπ κάλεσε τον Ζελένσκι να σταματήσει τα πλήγματα στη ρωσική υποδομή ντίζελ· η Ουκρανία απάντησε ότι είναι έτοιμη για κατάπαυση του πυρός αν η Ρωσία σταματήσει αντιστοίχως τα πλήγματα κατά της ουκρανικής ενεργειακής υποδομής.
- Η μέση τιμή ντίζελ στις ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 6 δολάρια ανά γαλόνι στις 10 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το GasBuddy.
- Η Ρωσία έχει ήδη επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές βενζίνης, ντίζελ και αεροπορικού καυσίμου λόγω της μειωμένης παραγωγής.
Τι συνέβη
Σύμφωνα με τη σύνθεση των πηγών, τρία από τα έξι μεγαλύτερα ρωσικά διυλιστήρια ντίζελ — τα οποία μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ της ρωσικής παραγωγής ντίζελ — αναγκάστηκαν τον Σεπτέμβριο είτε να μειώσουν δραστικά είτε να σταματήσουν εντελώς τη λειτουργία τους μετά από ουκρανικά πλήγματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Το διυλιστήριο Kirishi (Kinef) σταμάτησε πλήρως, ενώ τα Volgograd και NORSI λειτουργούν σε περίπου το ένα τέταρτο της κανονικής τους δυναμικότητας, με την παραγωγή ντίζελ να βρίσκεται αρκετές φορές κάτω από τα συνήθη επίπεδα. Το διυλιστήριο Taneko στο Nizhnekamsk δέχθηκε επίσης επίθεση με drones στις 13 Σεπτεμβρίου, αν και οι επιπτώσεις στην παραγωγή δεν ήταν ακόμη δυνατό να αξιολογηθούν, σύμφωνα με πηγές του Reuters. Επιπλέον, διυλιστήρια στο Syzran και στο Saratov σταμάτησαν επίσης τη λειτουργία τους μετά από ουκρανικά πλήγματα — στο Syzran, όπου η μονάδα απόσταξης AVT-6 (δυναμικότητας 17.100 μετρικών τόνων την ημέρα, που αντιπροσωπεύει το 71% της συνολικής δυναμικότητας του εργοστασίου) υπέστη ζημιές, αναμένονταν επισκευές διάρκειας τουλάχιστον ενός μήνα. Οι παγκόσμιες επιπτώσεις είναι ήδη ορατές: η μέση τιμή ντίζελ στις ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 6 δολάρια ανά γαλόνι στις 10 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το GasBuddy, ενώ η Ρωσία έχει ήδη επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές βενζίνης, ντίζελ και αεροπορικού καυσίμου. Πριν από τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν τον Ιούνιο, η Ρωσία εξήγαγε λιγότερο από 1 εκατομμύριο τόνους ντίζελ μηνιαίως, έναντι περίπου 2,5 εκατομμυρίων τόνων (3,3–3,4 εκατομμύρια μαζί με το χαμηλότερης ποιότητας gasoil) έναν χρόνο νωρίτερα. Η Τουρκία και η Βραζιλία ήταν οι μεγαλύτεροι αγοραστές του ρωσικού ντίζελ πριν από τους περιορισμούς του Ιουλίου, αντιπροσωπεύοντας τουλάχιστον το ήμισυ των διαθέσιμων προς εξαγωγή ποσοτήτων, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τα ρωσικά διυλιστήρια δέχθηκαν επιτυχημένη επίθεση κατά μέσο όρο κάθε τρεις ημέρες κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του έτους.
Πώς το περιγράφουν οι ουκρανικές πηγές
Η ουκρανική κάλυψη εστιάζει κυρίως στις επιχειρησιακές επιπτώσεις των πληγμάτων — ποια συγκεκριμένα διυλιστήρια σταμάτησαν ή μείωσαν την παραγωγή τους, καθώς και στις ζημιές σε Syzran και Saratov. Προβάλλει ως αντιστάθμισμα στην έκκληση Τραμπ την προσφορά της Ουκρανίας για κατάπαυση του πυρός υπό τον όρο ότι η Ρωσία θα σταματήσει αντιστοίχως τα πλήγματα κατά της ουκρανικής ενεργειακής υποδομής.
Πώς το περιγράφουν οι διεθνείς πηγές
Η διεθνής κάλυψη — ιδίως το Reuters, από το οποίο προέρχεται μεγάλο μέρος της υλικής βάσης — δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική διάσταση: στους όγκους εξαγωγών, στους κυριότερους αγοραστές όπως η Τουρκία και η Βραζιλία, στη μέση τιμή ντίζελ στις ΗΠΑ (άνω των 6 δολαρίων ανά γαλόνι) και στον παράλληλο αντίκτυπο της σύγκρουσης γύρω από το Ιράν. Τα μη ουκρανικά μέσα αναφέρονται επίσης στη δήλωση Τραμπ ότι η έλλειψη ντίζελ οφείλεται στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και όχι στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν, υπογραμμίζοντας τις πιέσεις στον αμερικανικό αγροτικό τομέα.
Πού διαφέρουν οι αναφορές
Οι πηγές διαφέρουν ελαφρώς στους όρους με τους οποίους περιγράφουν τις εγκαταστάσεις ρωσικής διύλισης — το Kinef αναφέρεται εναλλακτικά ως «σταμάτησε τη λειτουργία» ή «σταμάτησε πλήρως» — ενώ μία ουκρανόφωνη αναφορά αναφέρει γενικά δύο μη κατονομαζόμενα ρωσικά διυλιστήρια που ανέστειλαν τη λειτουργία τους, σε αντίθεση με τις ευρύτερες αναφορές βασισμένες στο Reuters που προσδιορίζουν συγκεκριμένα τα Kirishi/Kinef, Volgograd και NORSI.
Ιστορικό
Τα έξι μεγαλύτερα ρωσικά διυλιστήρια ντίζελ — Omsk, Kirishi (Kinef), Volgograd, Perm, NORSI και Taneko — αντιπροσωπεύουν μαζί περίπου το ήμισυ της ρωσικής παραγωγής ντίζελ. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τα ρωσικά διυλιστήρια δέχθηκαν επιτυχημένη επίθεση κατά μέσο όρο κάθε τρεις ημέρες κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του έτους. Πριν από τους ρωσικούς περιορισμούς εξαγωγών του Ιουνίου, η Ρωσία εξήγαγε κάτω από 1 εκατομμύριο τόνους ντίζελ μηνιαίως, έναντι περίπου 2,5 εκατομμυρίων τόνων (3,3–3,4 εκατομμυρίων μαζί με το gasoil) ένα χρόνο νωρίτερα. Η Τουρκία και η Βραζιλία ήταν οι μεγαλύτεροι αγοραστές του ρωσικού ντίζελ πριν από τους περιορισμούς του Ιουλίου, αντιπροσωπεύοντας τουλάχιστον το ήμισυ των διαθέσιμων προς εξαγωγή ποσοτήτων. Το ντίζελ χρησιμοποιείται ευρέως στις οδικές, σιδηροδρομικές και θαλάσσιες μεταφορές, καθώς και στη γεωργία. Ο αμερικανικός αγροτικός τομέας βρίσκεται ήδη υπό πίεση περιθωρίου κέρδους εδώ και τέσσερα χρόνια λόγω ξηρασίας, υψηλότερου κόστους εισροών και των επιπτώσεων της εμπορικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ.