Πρώτη ποινική υπόθεση κατά του Όρμπαν για τη σύλληψη των Ουκρανών μεταφορέων της Oschadbank
Πρώην εισαγγελέας της Ουγγαρίας κατήγγειλε στις 28 Σεπτεμβρίου ότι ο Βίκτορ Όρμπαν διέταξε προσωπικά τις υπηρεσίες ασφαλείας να σταματήσουν τον Μάρτιο του 2026 επτά Ουκρανούς μεταφορείς της κρατικής τράπεζας Oschadbank κοντά στη Βουδαπέστη. Η υπόθεση εντάσσεται στην επιχείρηση «Cleansing Fire» της νέας κυβέρνησης του Πέτερ Μάγιαρ και ενδέχεται να οδηγήσει σε ποινικές διώξεις κατά του πρώην πρωθυπουργού.
Βασικά σημεία
- Στις 5 Μαρτίου 2026 η ουγγρική αντιτρομοκρατική αστυνομία συνέλαβε επτά μεταφορείς της Oschadbank και δύο οχήματα κοντά στη Βουδαπέστη, σε τακτικό δρομολόγιο Βιέννη–Κίεβο.
- Κατασχέθηκαν περίπου 70 εκατ. ευρώ σε μετρητά και χρυσό.
- Η ποινική έρευνα κατά των μεταφορέών έκλεισε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων· τα χρήματα επεστράφησαν στην Ουκρανία μετά την ήττα του Όρμπαν στις εκλογές στις 6 Μαΐου.
- Στις 28 Σεπτεμβρίου ο πρώην εισαγγελέας Παλ Φιούρχτ δήλωσε ότι ο Όρμπαν διέταξε προσωπικά τις υπηρεσίες ασφαλείας να συλλάβουν τους Ουκρανούς μεταφορείς.
- Έκθεση της εισαγγελίας του Ιουνίου που επικαλείται η FT αναφέρει δηλώσεις του πρώην επικεφαλής της TEK Γιάνος Χάιντου ότι οι συλλήψεις έγιναν κατ' εντολή προσώπου που «δεν θα έπρεπε να εμπλέκεται» — παραπομπή, σύμφωνα με την έκθεση, στον Όρμπαν.
- Ο Χάιντου έχει απομακρυνθεί από την TEK και αντιμετωπίζει κατηγορίες για παράνομη κράτηση και κακομεταχείριση των εργαζομένων της Oschadbank· αρνείται την ενοχή του.
- Η νέα ουγγρική κυβέρνηση του Πέτερ Μάγιαρ έχει ξεκινήσει την επιχείρηση «Cleansing Fire» για πιθανές καταχρήσεις της εποχής Όρμπαν· η υπόθεση των μεταφορέων μπορεί να γίνει η πρώτη με ποινικές διώξεις κατά του πρώην πρωθυπουργού.
Γιατί έχει σημασία
Πρόκειται για την πρώτη υπόθεση στην οποία ο πρώην πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν ενδέχεται να αντιμετωπίσει επίσημες ποινικές κατηγορίες. Η έρευνα εστιάζεται στη φερόμενη ως πολιτικά υποκινούμενη σύλληψη Ουκρανών κρατικών τραπεζικών υπαλλήλων που μετέφεραν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε μετρητά και χρυσό. Εντάσσεται στην ευρύτερη επιχείρηση «Cleansing Fire» της νέας κυβέρνησης Μάγιαρ, σηματοδοτώντας σημαντική πολιτική στροφή στην αντιμετώπιση των πρακτικών της εποχής Όρμπαν, ενώ παράλληλα εγείρει ερωτήματα για πιθανή κατάχρηση των υπηρεσιών ασφαλείας.
Τι συνέβη
Στις 5 Μαρτίου 2026 η ουγγρική αντιτρομοκρατική αστυνομία σταμάτησε κοντά στη Βουδαπέστη δύο οχήματα της Oschadbank που μετέφεραν μετρητά και χρυσό στο τακτικό δρομολόγιο Βιέννη–Κίεβο, στο πλαίσιο συνεργασίας με την αυστριακή Raiffeisen Bank. Κατασχέθηκαν περίπου 70 εκατ. ευρώ σε μετρητά και χρυσό, ενώ συνελήφθησαν επτά εργαζόμενοι της τράπεζας. Η Oschadbank δήλωσε ότι το φορτίο είχε εκδοθεί σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες μεταφορών και τις ισχύουσες ευρωπαϊκές τελωνειακές διαδικασίες.
Το επιτελείο της προεκλογικής εκστρατείας του Όρμπαν παρουσίασε το περιστατικό ως απόδειξη ότι το Κίεβο μετέφερε κρυφά κεφάλαια στην ουγγρική αντιπολίτευση. Μετά την ήττα του Όρμπαν στις εκλογές της 6ης Μαΐου, η Ουγγαρία επέστρεψε τα χρήματα και η ποινική έρευνα κατά των μεταφορέων έκλεισε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.
Στις 28 Σεπτεμβρίου ο πρώην εισαγγελέας Παλ Φιούρχτ, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση, δήλωσε ότι ο Όρμπαν διέταξε προσωπικά τις υπηρεσίες ασφαλείας να συλλάβουν τους μεταφορείς. Έκθεση της εισαγγελίας του Ιουνίου, την οποία επικαλείται η FT, περιλαμβάνει δηλώσεις του πρώην επικεφαλής της TEK Γιάνος Χάιντου ότι «όλοι γνώριζαν» πως οι συλλήψεις έγιναν κατ' εντολή προσώπου που «δεν θα έπρεπε να εμπλέκεται» — παραπομπή, σύμφωνα με την έκθεση, στον Όρμπαν. Ο Χάιντου έχει απομακρυνθεί από τη θέση του στην TEK και αντιμετωπίζει κατηγορίες για παράνομη κράτηση και κακομεταχείριση των εργαζομένων της Oschadbank· αρνείται την ενοχή του.
Στις 28 Σεπτεμβρίου το ουγγρικό κοινοβούλιο ήρε επίσης την ασυλία δύο πρώην υπουργών της κυβέρνησης Όρμπαν — των Μίκλος Σέστακ και Μπάλαζ Χάνκο — στο πλαίσιο άλλων ερευνών, και στη συνέχεια συνελήφθησαν ως ύποπτοι. Η υπόθεση των μεταφορέων εντάσσεται στην επιχείρηση «Cleansing Fire» υπό τον πρωθυπουργό Πέτερ Μάγιαρ, η οποία στοχεύει φερόμενες καταχρήσεις της εποχής Όρμπαν, και θα μπορούσε να γίνει η πρώτη υπόθεση με επίσημες ποινικές διώξεις κατά του πρώην πρωθυπουργού.
Πώς το περιγράφουν οι ουκρανικές πηγές
Οι ουκρανικές πηγές παρουσιάζουν την υπόθεση με έντονο πολιτικό ύφος, δίνοντας προβολή στη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών Αντρίι Σιμπίγκα ότι η Ουγγαρία «ουσιαστικά πήρε ομήρους και έκλεψε χρήματα». Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναφερόμενη κακομεταχείριση των επτά μεταφορέων — 28 ώρες με χειροπέδες και με δεμένα μάτια, με έναν εξ αυτών να χάνει τις αισθήσεις του, καθώς και σε αναφορά των The Guardian, που επικαλούνται ουκρανικές αστυνομικές πηγές, για πιθανή αναγκαστική ένεση σε έναν από τους μεταφορείς. Οι ουκρανικές αναφορές υπογραμμίζουν τη θέση της Oschadbank ότι η μεταφορά ήταν τακτική, πλήρως τεκμηριωμένη και σύμφωνη με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές τελωνειακές διαδικασίες, παρουσιάζοντας την κατάσχεση ως αβάσιμη.
Πώς το περιγράφουν οι διεθνείς πηγές
Η διεθνής κάλυψη, κυρίως μέσω των αναφορών της Financial Times, εστιάζει στις θεσμικές και πολιτικές συνέπειες εντός Ουγγαρίας: την επιχείρηση «Cleansing Fire» υπό τον πρωθυπουργό Πέτερ Μάγιαρ, τις καταγγελίες του πρώην εισαγγελέα Φιούρχτ και την προοπτική της πρώτης ποινικής δίωξης κατά του Όρμπαν. Η FT υπογραμμίζει την αντίφαση μεταξύ των ευρημάτων των ουγγρικών αρχών και της άρνησης του Fidesz, καθώς και την απομάκρυνση και τις κατηγορίες κατά του πρώην επικεφαλής της TEK. Η κάλυψη δίνει σημαντική βαρύτητα στη γεωπολιτική διάσταση — τον ισχυρισμό της ομάδας Όρμπαν ότι η Ουκρανία χρηματοδοτούσε κρυφά την ουγγρική αντιπολίτευση — χωρίς όμως να υιοθετεί τον ισχυρισμό αυτόν.
Πού διαφέρουν οι αναφορές
Δύο κύριες διαφωνίες καταγράφονται μεταξύ των πηγών. Πρώτον, ως προς τη συνολική αξία των κατασχεθέντων: η Financial Times ανέφερε «περίπου 70 εκατ. ευρώ», ενώ άλλες αναφορές προσδιορίζουν το ποσό ως 40 εκατ. δολάρια σε μετρητά, περίπου 35 εκατ. ευρώ σε μετρητά και εννέα χρυσές ράβδους του ενός κιλού. Δεύτερον, η Γενική Εισαγγελία της Ουγγαρίας αρνείται ότι υπήρξαν προσπάθειες παρεμπόδισης ή φίμωσης του πρώην εισαγγελέα Φιούρχτ, αντίθετα με τους ισχυρισμούς του ότι δέχθηκε επίπληξη και στη συνέχεια αποτέλεσε αντικείμενο εσωτερικής έρευνας αφού ανέφερε τα ευρήματά του. Τρίτον, ουγγρικοί δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι η σύλληψη ήταν προσωπική απόφαση του Όρμπαν για αντίποινα λόγω διακοπών στη ροή πετρελαίου μέσω του αγωγού «Φιλία»· η Γενική Εισαγγελία της Ουγγαρίας είχε απορρίψει τότε αυτή την εκδοχή.
Ιστορικό
Τον Μάρτιο του 2026, εν μέσω της προεκλογικής εκστρατείας στην Ουγγαρία, η σύλληψη των Ουκρανών μεταφορέων της Oschadbank αξιοποιήθηκε πολιτικά από τον Βίκτορ Όρμπαν ως απόδειξη υποτιθέμενης ουκρανικής ανάμειξης στη χρηματοδότηση της αντιπολίτευσης. Η ήττα του Όρμπαν στις εκλογές της 6ης Μαΐου οδήγησε σε αλλαγή κυβέρνησης, με τον Πέτερ Μάγιαρ να αναλαμβάνει πρωθυπουργός και να ξεκινά την επιχείρηση «Cleansing Fire» για τη διερεύνηση καταγγελλόμενων καταχρήσεων της προηγούμενης περιόδου. Η υπόθεση των μεταφορέων, μαζί με τις πρόσφατες καταθέσεις του πρώην εισαγγελέα Φιούρχτ και τα ευρήματα της εισαγγελικής έκθεσης για τη συμμετοχή πρώην στελεχών της TEK, εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής ανατροπής και λογοδοσίας.